Γ.Στασινός: Ανάκαμψη, ανθεκτικότητα, ΕΣΠΑ, εξοικονομώ και επενδύσεις στα κτίρια

Οι επενδύσεις στους ανελκυστήρες είναι απαραίτητες, με στόχους την ενεργειακή αναβάθμιση, τη χρήση νέων υλικών και έξυπνων καινοτόμων συστημάτων, την αυξημένη ασφάλεια, την αποτελεσματική δυνατότητα πρόσβασης για όλους και τον αποδοτικό αερισμό.

 Άρθρο του κ. Γιώργου Ν. Στασινού, Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ)

 Η Πολιτεία ανακοίνωσε ήδη νέο κύκλο του επιτυχημένου, από την απήχησή του, προγράμματος ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, το λεγόμενο ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ. Και προσέθεσε μάλιστα για πρώτη φορά – σύμφωνα με τις κοινοτικές οδηγίες – και δαπάνες για την ενεργειακή αυτονόμηση των κατοικιών, τα έξυπνα δίκτυα, την ενεργειακή αναβάθμιση των ανελκυστήρων, το μηχανικό εξαερισμό, την αυτοπαραγωγή ενέργειας και τις υποδομές ηλεκτροφόρτισης. Είναι ένα μεγάλο βήμα που άργησε. Αλλά δεν είναι αρκετό.

Εξηγούμαι: Ήδη η Πολιτεία τρέχει, στα δύο τελευταία ΕΣΠΑ, το πρόγραμμα ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ για κατοικίες, με επιδοτήσεις στους πολίτες. Σίγουρα ένα τέτοιο πρόγραμμα βοηθά στην εξοικονόμηση ενέργειας που είναι βασικός στόχος της χώρας. Παράλληλα, βοηθά τους πολίτες να μειώσουν το ενεργειακό κόστος στα σπίτια τους, άρα βοηθά τους πολλούς. Και μαζί, κινεί άμεσα την οικοδομή και τα δεκάδες επαγγέλματα που ασχολούνται με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Άμεσα ωφελεί την οικονομία.

Όμως ο αριθμός των οικιών και ειδικά των κτιρίων συνολικά που μπορεί να ανακαινιστεί με ένα πρόγραμμα όπως το ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ είναι σχετικά μικρός. Δεν αρκεί. Από το 2011 έως σήμερα σχεδόν 130.000 κατοικίες ανακαινίστηκαν. Με αντίστοιχα προγράμματα, τα δημόσια και ιδιωτικά επαγγελματικά κτίρια είναι πολύ λιγότερα.

Ο νέος κύκλος έχει αυξημένο προϋπολογισμό και έπεται και το Ταμείο Ανάκαμψης. Αλλά όσο και αν αυξάνουμε τους προϋπολογισμούς, όσοι νέοι πόροι και αν έρχονται, η αλήθεια είναι ότι η Πολιτεία δεν θα μπορέσει ποτέ μόνο με προγράμματα επιδοτήσεων να ικανοποιήσει τη ζήτηση από τους πολίτες.

Ούτε τις απαιτήσεις της νομοθεσίας, που με βάση τις κοινοτικές οδηγίες και την πρόοδο της επιστήμης, της κοινωνίας, τις εξελίξεις, εκσυγχρονίζεται. Αλλά ούτε και την πραγματική ανάγκη της χώρας, που έχει περισσότερα από 5 εκατομμύρια ακίνητα που χρειάζονται αναβάθμιση. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις κατοικίες – αλλά όλα τα κτίρια.

Αφορά, ωστόσο, παράλληλα με την ενεργειακή αναβάθμιση, το σύνολο των αναγκαίων εργασιών ανακαίνισης, όπως ο στατικός έλεγχος και οι αντίστοιχες επεμβάσεις, οι αναγκαίες παρεμβάσεις προσβασιμότητας για άτομα με κινητικές δυσκολίες, ο σύγχρονος και αποδοτικός εξαερισμός των χώρων που τώρα, με την πανδημία, κατάλαβαν όλοι οι μη τεχνικοί πόσο αναγκαίος είναι. Χρειάζεται γενικότερα μια πιο γενναία, προωθημένη και προοδευτική πολιτική.

Τέτοια πολιτική είναι το «Κύμα Ανακαινίσεων» που προτείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και θα αποτελέσει πυλώνα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και του Μηχανισμού  Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σε όλη την Ευρώπη. Για τη χώρα μας ειδικά αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Γιατί δύσκολα θα έλθει άλλη τέτοια σύντομα.

Και έχουμε όλες τις προϋποθέσεις να πετύχουμε να φτιάξουμε όπως πρέπει τα παλαιά μας κτίρια. Και όπως πρέπει σημαίνει:  αποδοτικά στη χρήση ενέργειας και νερού, ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή και τις φυσικές καταστροφές, ασφαλή και σύγχρονα.

Η πρώτη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί είναι τα γενναία φορολογικά κίνητρα σε όσους κάνουν εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης. Παράλληλα με τις επιδοτήσεις που τρέχουν ή έρχονται. Ήδη η κυβέρνηση νομοθέτησε ένα τέτοιο πρώτο πακέτο μέτρων που δίνει φορολογικές απαλλαγές στις αντίστοιχες εργασίες. Αλλά πρέπει να προχωρήσουμε πιο δυναμικά και να εντάξουμε και τα αναγκαία υλικά.

Η Κομισιόν έχει εξετάσει και προτείνει ήδη πολλά και διαφορετικά μέτρα. Η χώρα μας πρέπει να μπει μπροστάρης στον αγώνα για να ενισχύονται με κοινοτικούς πόρους όσο το δυνατόν πιο ευρεία φορολογικά μέτρα και επιδοτήσεις, καθώς όλες οι σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες θα αναθεωρηθούν μέσα στο 2021.

Τα κίνητρα αυτά πρέπει να αφορούν το σύνολο των αναγκαίων εργασιών και υλικών για την ενεργειακή αναβάθμιση, όπως πολύ σωστά κάνει ο νέος κύκλος του Εξοικονομώ. Αλλά όχι μόνο. Η αποτελεσματική χρήση κάθε πόρου πρέπει να είναι ο στόχος. Πρέπει δηλαδή να στοχεύσουμε και σε έξυπνη διαχείριση και εξοικονόμηση ύδατος. Αλλά και στον αέρα, διότι, για παράδειγμα, ο μηχανικός αερισμός χωρίς απώλεια θερμότητας είναι αναγκαίος.

Όπως εξίσου αναγκαίο είναι, αν θέλουμε πραγματικά να αναβαθμίσουμε το κτιριακό απόθεμα της χώρας και όχι ξεχωριστά διαμερίσματα μόνο, η ανακαίνιση και των κοινόχρηστων χώρων και εγκαταστάσεων των πολυκατοικιών, που αποτελούν την πλειοψηφία του κτιριακού αποθέματος στο αστικό περιβάλλον. Σε αυτόν ειδικά τον τομέα, οι επενδύσεις στους ανελκυστήρες, που συχνά παραβλέπονται από την Πολιτεία, παρά την εκτεταμένη και αναγκαία για την προσβασιμότητα λειτουργία τους, είναι απαραίτητες, με στόχους την ενεργειακή αναβάθμιση, τη χρήση νέων υλικών και έξυπνων καινοτόμων συστημάτων, την αυξημένη ασφάλεια, την αποτελεσματική δυνατότητα πρόσβασης για όλους και τον αποδοτικό αερισμό.

Η δεύτερη κατεύθυνση, που είναι βασική πλέον σε όλη την Ευρώπη αλλά στην Ελλάδα το ξεχνάμε τους τελευταίους μήνες – και το θυμόμαστε μόνο μετά από φυσικές καταστροφές, είναι η ανθεκτικότητα. Άλλωστε το περίφημο RRF, για το οποίο ετοιμάζει προτάσεις η Πολιτεία, αφορά όχι μόνο την ανάκαμψη από τις επιπτώσεις της πανδημίας αλλά και την ανθεκτικότητα στο μέλλον (Recovery and Resilience). Διότι σε όλη την Ευρώπη συμφωνούν ότι οι εργασίες ανακαίνισης και αναβάθμισης των κτιρίων είναι βασικό όπλο στο να γίνουν οι πόλεις μας ανθεκτικές και βιώσιμες. Και αυτό αφορά και την παρούσα πανδημία: αν οι χώροι που κατοικούμε και δουλεύουμε αερίζονται επαρκώς, για παράδειγμα, αυτό συμβάλλει καθοριστικά στη μάχη ενάντια στη διάδοση ιών και μικροβίων. Και δεν επεκτείνομαι στην κοινωνική σημασία της προσβασιμότητας ή στην οικονομική της αποδοτικής θέρμανσης.

Και ένα ακόμη κυρίαρχο ζήτημα, που αφορά την ανθεκτικότητα και το πώς θα ανακαινίζουμε τα κτίριά μας (είτε ενεργειακά, είτε ριζικά, όπως επιβάλλουν οι κοινοτικές οδηγίες) είναι η αντοχή τους στις φυσικές καταστροφές.

Διότι από τη μία οι σεισμοί δεν ξεχωρίζουν τη χρήση του κτιρίου και αφετέρου δεν αρκούν τα έργα υποδομής για να καταπολεμήσουμε τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής. Τι νόημα έχει άλλωστε να ανακαινίζουμε μη ασφαλή κτίρια; Ελπίζω να έχουμε μάθει όλοι καλά στη χώρα μας το μάθημά μας με τους σεισμούς και τις πυρκαγιές.

Επομένως, ο βέλτιστος τρόπος – ο μόνος πραγματικά αποδοτικός – για τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις στον κτιριακό τομέα, είναι να περιλαμβάνουν το σύνολο των αναγκαίων εργασιών: ενεργειακή αναβάθμιση, αποδοτικότητα των πόρων, προσβασιμότητα, αντισεισμική θωράκιση, στατική ενίσχυση, κλιματική ανθεκτικότητα.

Έχουμε τώρα χρυσή ευκαιρία να προετοιμαστούμε για όλα αυτά, με τα στρατηγικά κείμενα που ετοιμάζει η κυβέρνηση για το μέλλον της Εθνικής Οικονομίας, το νέο ΕΣΠΑ 2021-2027, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Όχι μόνο με διαθέσιμα χρήματα – που μπορεί να είναι πολλά, ίσως και πρωτοφανή για τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά ποτέ δεν θα είναι αρκετά – αλλά και με στοχευμένες και έξυπνες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο.

Και μία από αυτές είναι, τα ίδια κριτήρια ανθεκτικότητας και εξοικονόμησης που καθιερώνονται για τα προγράμματα επιχορηγήσεων, δηλαδή οι δράσεις που θα κάνουν τα κτίρια μας πιο πράσινα, πιο βιώσιμα και πιο ανθεκτικά, να αποτελούν προϋπόθεση για όλες τις χρηματοδοτήσεις στον κτιριακό τομέα, δημόσιες ή ιδιωτικές (πχ τραπεζικές). Αν όχι προϋπόθεση, τουλάχιστον ως κίνητρο μειωμένου κόστους ή ευνοϊκών όρων, όταν υλοποιούνται έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας για «πράσινα κτίρια».

Ήδη η ΕΕ, όπως και η ΕΤΕπ, δείχνουν το δρόμο τόσο με τα πράσινα ομόλογα όσο και με τη δέσμευση για πράσινες δανειοδοτήσεις από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Το ΤΕΕ όπως πάντα θα είναι παρόν για να βοηθήσουμε το ΥΠΕΝ και γενικότερα την Πολιτεία τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση των δράσεων αυτών. Διότι πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η χώρα θα πιάσει τους πολυποίκιλους ευρωπαϊκούς της στόχους και θα υλοποιήσει τις παγκόσμιες δεσμεύσεις της για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Αλλά κυρίως για να διασφαλίσουμε ότι τα χρήματα που θα δαπανηθούν θα πιάσουν τόπο, θα ωφεληθούν οι πολλοί και συνολικά η κοινωνία, η οικονομία, η χώρα.

 

Ελέγξτε επίσης

Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ECOSLIGHT): Προυσίαση του Καθηγητή Γ. Ζήση στις 7/4

Την Τετάρτη 7 Απριλίου 2021 θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακή παρουσίαση από τον καθηγητή και αντιπρόεδρο του Πανεπιστημίου …

Τα Περιοδικά μας